Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικείος

/iˈci.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο έχων στενή σχέση με κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. γνωστός, γνώριμος Βικιλεξικό
  3. μέλος οικογενειακού περιβάλλοντος (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
    • Με απόφαση των ιταλικών αρχών, η ιταλική αστυνομία και στρατοχωροφυλακή (καραμπινιέροι) έχουν αρχίσει να διανέμουν τεφροδόχους θανόντων από κορωνοϊό στους οικείους τους, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. (Κορωνοϊός - Συγκλονιστικά πλάνα: Η Ιταλική αστυνομία μοιράζει τεφροδόχους στις οικογένειες, skai.gr, 14/04/2020 https://www.skai.gr/news/ygeia/koronoios-sygklonistika-plana-i-italiki-astynomia-moirazei-tefrodoxous-stis-oikogeneies)
  4. σχετικός, παρόμοιος, ανάλογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικείος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἰκεῖος < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *woyḱos / *wéyḱs + -εῖος (-είος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικείοςοικείαοικείο
Γενικήοικείουοικείαςοικείου
Αιτιατικήοικείοοικείαοικείο
Κλητικήοικείεοικείαοικείο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικείοιοικείεςοικεία
Γενικήοικείωνοικείωνοικείων
Αιτιατικήοικείουςοικείεςοικεία
Κλητικήοικείοιοικείεςοικεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →