Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξομοιωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξομοίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξομοιωτικός < εξομοιώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξομοιωτικόςεξομοιωτικήεξομοιωτικό
Γενικήεξομοιωτικούεξομοιωτικήςεξομοιωτικού
Αιτιατικήεξομοιωτικόεξομοιωτικήεξομοιωτικό
Κλητικήεξομοιωτικέεξομοιωτικήεξομοιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξομοιωτικοίεξομοιωτικέςεξομοιωτικά
Γενικήεξομοιωτικώνεξομοιωτικώνεξομοιωτικών
Αιτιατικήεξομοιωτικούςεξομοιωτικέςεξομοιωτικά
Κλητικήεξομοιωτικοίεξομοιωτικέςεξομοιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →