εξομοιωτικός
•
- που έχει σχέση με την εξομοίωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξομοιωτικός < εξομοιώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξομοιωτικός | εξομοιωτική | εξομοιωτικό |
| Γενική | εξομοιωτικού | εξομοιωτικής | εξομοιωτικού |
| Αιτιατική | εξομοιωτικό | εξομοιωτική | εξομοιωτικό |
| Κλητική | εξομοιωτικέ | εξομοιωτική | εξομοιωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξομοιωτικοί | εξομοιωτικές | εξομοιωτικά |
| Γενική | εξομοιωτικών | εξομοιωτικών | εξομοιωτικών |
| Αιτιατική | εξομοιωτικούς | εξομοιωτικές | εξομοιωτικά |
| Κλητική | εξομοιωτικοί | εξομοιωτικές | εξομοιωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →