εξομοιώνω
•
- θεωρώ όμοια δύο πράγματα που είναι μεταξύ τους ανόμοια Βικιλεξικό
- κάνω ενέργειες, ώστε κάτι να αποκτήσει ίση αξία με κάτι άλλο ανώτερό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξομοιώνω < αρχαία ελληνική ἐξομοιόω / ἐξομοιῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξομοιώνω | εξομοιώνεις | εξομοιώνει | εξομοιώνουμε | εξομοιώνετε | εξομοιώνουν / εξομοιώνουνε |
| Παρατατικός | εξομοίωνα | εξομοίωνες | εξομοίωνε | εξομοιώναμε | εξομοιώνατε | εξομοίωναν / εξομοιώναν / εξομοιώνανε |
| Αόριστος | εξομοίωσα | εξομοίωσες | εξομοίωσε | εξομοιώσαμε | εξομοιώσατε | εξομοίωσαν / εξομοιώσαν / εξομοιώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξομοιώνω / θα εξομοιώσω | θα εξομοιώνεις / θα εξομοιώσεις | θα εξομοιώνει / θα εξομοιώσει | θα εξομοιώνουμε / θα εξομοιώσουμε | θα εξομοιώνετε / θα εξομοιώσετε | θα εξομοιώνουν / θα εξομοιώνουνε / θα εξομοιώσουν / θα εξομοιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξομοιώσει | έχεις εξομοιώσει | έχει εξομοιώσει | έχουμε εξομοιώσει | έχετε εξομοιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξομοιώσει | είχες εξομοιώσει | είχε εξομοιώσει | είχαμε εξομοιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξομοιώσει / να εξομοιώνω / να εξομοιώσω | να έχεις εξομοιώσει / να εξομοιώνεις / να εξομοιώσεις | να έχει εξομοιώσει / να εξομοιώνει / να εξομοιώσει | να έχουμε εξομοιώσει / να εξομοιώνουμε / να εξομοιώσουμε | να έχετε εξομοιώσει / να εξομοιώνετε / να εξομοιώσετε | να εξομοιώνουν / να εξομοιώνουνε / να εξομοιώσουν / να εξομοιώσουνε |
| Προστακτική | — | εξομοίωνε / εξομοίωσε | — | — | εξομοιώνετε / εξομοιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →