εξονειδιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εξονειδισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξονειδιστικός < εξονειδίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξονειδιστικός | εξονειδιστική | εξονειδιστικό |
| Γενική | εξονειδιστικού | εξονειδιστικής | εξονειδιστικού |
| Αιτιατική | εξονειδιστικό | εξονειδιστική | εξονειδιστικό |
| Κλητική | εξονειδιστικέ | εξονειδιστική | εξονειδιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξονειδιστικοί | εξονειδιστικές | εξονειδιστικά |
| Γενική | εξονειδιστικών | εξονειδιστικών | εξονειδιστικών |
| Αιτιατική | εξονειδιστικούς | εξονειδιστικές | εξονειδιστικά |
| Κλητική | εξονειδιστικοί | εξονειδιστικές | εξονειδιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →