Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξονειδιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εξονειδισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξονειδιστικός < εξονειδίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξονειδιστικόςεξονειδιστικήεξονειδιστικό
Γενικήεξονειδιστικούεξονειδιστικήςεξονειδιστικού
Αιτιατικήεξονειδιστικόεξονειδιστικήεξονειδιστικό
Κλητικήεξονειδιστικέεξονειδιστικήεξονειδιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξονειδιστικοίεξονειδιστικέςεξονειδιστικά
Γενικήεξονειδιστικώνεξονειδιστικώνεξονειδιστικών
Αιτιατικήεξονειδιστικούςεξονειδιστικέςεξονειδιστικά
Κλητικήεξονειδιστικοίεξονειδιστικέςεξονειδιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →