Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξονειδίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοκοροϊδεύω, επιτιμώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξονειδίζω < αρχαία ελληνική ἐξονειδίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξονειδίζωεξονειδίζειςεξονειδίζειεξονειδίζουμεεξονειδίζετεεξονειδίζουν / εξονειδίζουνε
Παρατατικόςεξονείδιζαεξονείδιζεςεξονείδιζεεξονειδίζαμεεξονειδίζατεεξονείδιζαν / εξονειδίζαν / εξονειδίζανε
Αόριστοςεξονείδισαεξονείδισεςεξονείδισεεξονειδίσαμεεξονειδίσατεεξονείδισαν / εξονειδίσαν / εξονειδίσανε
Μέλλονταςθα εξονειδίζω / θα εξονειδίσωθα εξονειδίζεις / θα εξονειδίσειςθα εξονειδίζει / θα εξονειδίσειθα εξονειδίζουμε / θα εξονειδίσουμεθα εξονειδίζετε / θα εξονειδίσετεθα εξονειδίζουν / θα εξονειδίζουνε / θα εξονειδίσουν / θα εξονειδίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξονειδίσειέχεις εξονειδίσειέχει εξονειδίσειέχουμε εξονειδίσειέχετε εξονειδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξονειδίσειείχες εξονειδίσειείχε εξονειδίσειείχαμε εξονειδίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξονειδίσει / να εξονειδίζω / να εξονειδίσωνα έχεις εξονειδίσει / να εξονειδίζεις / να εξονειδίσειςνα έχει εξονειδίσει / να εξονειδίζει / να εξονειδίσεινα έχουμε εξονειδίσει / να εξονειδίζουμε / να εξονειδίσουμενα έχετε εξονειδίσει / να εξονειδίζετε / να εξονειδίσετενα εξονειδίζουν / να εξονειδίζουνε / να εξονειδίσουν / να εξονειδίσουνε
Προστακτική—εξονείδιζε / εξονείδισε——εξονειδίζετε / εξονειδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →