εξονειδίζω
•
- λόγιοκοροϊδεύω, επιτιμώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξονειδίζω < αρχαία ελληνική ἐξονειδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξονειδίζω | εξονειδίζεις | εξονειδίζει | εξονειδίζουμε | εξονειδίζετε | εξονειδίζουν / εξονειδίζουνε |
| Παρατατικός | εξονείδιζα | εξονείδιζες | εξονείδιζε | εξονειδίζαμε | εξονειδίζατε | εξονείδιζαν / εξονειδίζαν / εξονειδίζανε |
| Αόριστος | εξονείδισα | εξονείδισες | εξονείδισε | εξονειδίσαμε | εξονειδίσατε | εξονείδισαν / εξονειδίσαν / εξονειδίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξονειδίζω / θα εξονειδίσω | θα εξονειδίζεις / θα εξονειδίσεις | θα εξονειδίζει / θα εξονειδίσει | θα εξονειδίζουμε / θα εξονειδίσουμε | θα εξονειδίζετε / θα εξονειδίσετε | θα εξονειδίζουν / θα εξονειδίζουνε / θα εξονειδίσουν / θα εξονειδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξονειδίσει | έχεις εξονειδίσει | έχει εξονειδίσει | έχουμε εξονειδίσει | έχετε εξονειδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξονειδίσει | είχες εξονειδίσει | είχε εξονειδίσει | είχαμε εξονειδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξονειδίσει / να εξονειδίζω / να εξονειδίσω | να έχεις εξονειδίσει / να εξονειδίζεις / να εξονειδίσεις | να έχει εξονειδίσει / να εξονειδίζει / να εξονειδίσει | να έχουμε εξονειδίσει / να εξονειδίζουμε / να εξονειδίσουμε | να έχετε εξονειδίσει / να εξονειδίζετε / να εξονειδίσετε | να εξονειδίζουν / να εξονειδίζουνε / να εξονειδίσουν / να εξονειδίσουνε |
| Προστακτική | — | εξονείδιζε / εξονείδισε | — | — | εξονειδίζετε / εξονειδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →