εξοντώνω
•
- θανατώνω, σκοτώνω Βικιλεξικό
- καταστρέφω Βικιλεξικό
- ζημιώνω Βικιλεξικό
- κουράζω, εξουθενώνω, φθείρω (σωματικά ή ψυχικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοντώνω < εξ- + ον (γενική: όντος) + -ώνω ( μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική anéantir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοντώνω | εξοντώνεις | εξοντώνει | εξοντώνουμε | εξοντώνετε | εξοντώνουν / εξοντώνουνε |
| Παρατατικός | εξόντωνα | εξόντωνες | εξόντωνε | εξοντώναμε | εξοντώνατε | εξοντώναν / εξοντώνανε / εξόντωναν |
| Αόριστος | εξόντωσα | εξόντωσες | εξόντωσε | εξοντώσαμε | εξοντώσατε | εξοντώσαν / εξοντώσανε / εξόντωσαν |
| Μέλλοντας | θα εξοντώνω / θα εξοντώσω | θα εξοντώνεις / θα εξοντώσεις | θα εξοντώνει / θα εξοντώσει | θα εξοντώνουμε / θα εξοντώσουμε | θα εξοντώνετε / θα εξοντώσετε | θα εξοντώνουν / θα εξοντώνουνε / θα εξοντώσουν / θα εξοντώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοντώσει | έχεις εξοντώσει | έχει εξοντώσει | έχουμε εξοντώσει | έχετε εξοντώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοντώσει | είχες εξοντώσει | είχε εξοντώσει | είχαμε εξοντώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοντώσει / να εξοντώνω / να εξοντώσω | να έχεις εξοντώσει / να εξοντώνεις / να εξοντώσεις | να έχει εξοντώσει / να εξοντώνει / να εξοντώσει | να έχουμε εξοντώσει / να εξοντώνουμε / να εξοντώσουμε | να έχετε εξοντώσει / να εξοντώνετε / να εξοντώσετε | να εξοντώνουν / να εξοντώνουνε / να εξοντώσουν / να εξοντώσουνε |
| Προστακτική | — | εξόντωνε / εξόντωσε | — | — | εξοντώνετε / εξοντώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →