εξοπλίζω
•
- προμηθεύω με τα απαραίτητα εργαλεία ή προμήθειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοπλίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοπλίζω | εξοπλίζεις | εξοπλίζει | εξοπλίζουμε | εξοπλίζετε | εξοπλίζουν / εξοπλίζουνε |
| Παρατατικός | εξόπλιζα | εξόπλιζες | εξόπλιζε | εξοπλίζαμε | εξοπλίζατε | εξοπλίζαν / εξοπλίζανε / εξόπλιζαν |
| Αόριστος | εξόπλισα | εξόπλισες | εξόπλισε | εξοπλίσαμε | εξοπλίσατε | εξοπλίσαν / εξοπλίσανε / εξόπλισαν |
| Μέλλοντας | θα εξοπλίζω / θα εξοπλίσω | θα εξοπλίζεις / θα εξοπλίσεις | θα εξοπλίζει / θα εξοπλίσει | θα εξοπλίζουμε / θα εξοπλίσουμε | θα εξοπλίζετε / θα εξοπλίσετε | θα εξοπλίζουν / θα εξοπλίζουνε / θα εξοπλίσουν / θα εξοπλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοπλίσει | έχεις εξοπλίσει | έχει εξοπλίσει | έχουμε εξοπλίσει | έχετε εξοπλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοπλίσει | είχες εξοπλίσει | είχε εξοπλίσει | είχαμε εξοπλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοπλίσει / να εξοπλίζω / να εξοπλίσω | να έχεις εξοπλίσει / να εξοπλίζεις / να εξοπλίσεις | να έχει εξοπλίσει / να εξοπλίζει / να εξοπλίσει | να έχουμε εξοπλίσει / να εξοπλίζουμε / να εξοπλίσουμε | να έχετε εξοπλίσει / να εξοπλίζετε / να εξοπλίσετε | να εξοπλίζουν / να εξοπλίζουνε / να εξοπλίσουν / να εξοπλίσουνε |
| Προστακτική | — | εξόπλιζε / εξόπλισε | — | — | εξοπλίζετε / εξοπλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →