Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοπλισμός

/e.kso.pliˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςο εφοδιασμός με όπλα, με πολεμικό υλικό Βικιλεξικό
    • Aγορά νέων όπλων για εξοπλισμό του στρατού μας.
    • Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
  2. στρατιωτικός όροςτα διαθέσιμα οπλικά συστήματα, το σύνολο του πολεμικού υλικού Βικιλεξικό
    • χώρες με πυρηνικό εξοπλισμό
  3. μεταφορικάο εφοδιασμός με τα κατάλληλα εργαλεία, εξαρτήματα, μηχανήματα, όργανα Βικιλεξικό
    • H κατασκευή του νοσοκομείου τελείωσε δεν έχει όμως ακόμα αρχίσει ο εξοπλισμός του.
    • Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
  4. μεταφορικάτο σύνολο των αντικειμένων που είναι απαραίτητα σε κάτι Βικιλεξικό
    • τεχνολογικός εξοπλισμός

Ετυμολογία

εξοπλισμός < εξοπλίζω, θέμα εξοπλισ- + -μός. Διαφορετικό το μεσαιωνικό ἐξοπλισμός (γεωργικό εργαλείο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξοπλισμόςεξοπλισμοί
Γενικήεξοπλισμούεξοπλισμών
Αιτιατικήεξοπλισμόεξοπλισμούς
Κλητικήεξοπλισμέεξοπλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →