Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοπλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εξοπλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξοπλιστικός < εξοπλίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοπλιστικόςεξοπλιστικήεξοπλιστικό
Γενικήεξοπλιστικούεξοπλιστικήςεξοπλιστικού
Αιτιατικήεξοπλιστικόεξοπλιστικήεξοπλιστικό
Κλητικήεξοπλιστικέεξοπλιστικήεξοπλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοπλιστικοίεξοπλιστικέςεξοπλιστικά
Γενικήεξοπλιστικώνεξοπλιστικώνεξοπλιστικών
Αιτιατικήεξοπλιστικούςεξοπλιστικέςεξοπλιστικά
Κλητικήεξοπλιστικοίεξοπλιστικέςεξοπλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →