εξορκιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εξορκιστή ή τον εξορκισμό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξορκιστικός < εξορκιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξορκιστικός | εξορκιστική | εξορκιστικό |
| Γενική | εξορκιστικού | εξορκιστικής | εξορκιστικού |
| Αιτιατική | εξορκιστικό | εξορκιστική | εξορκιστικό |
| Κλητική | εξορκιστικέ | εξορκιστική | εξορκιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξορκιστικοί | εξορκιστικές | εξορκιστικά |
| Γενική | εξορκιστικών | εξορκιστικών | εξορκιστικών |
| Αιτιατική | εξορκιστικούς | εξορκιστικές | εξορκιστικά |
| Κλητική | εξορκιστικοί | εξορκιστικές | εξορκιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →