Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξορκιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εξορκιστή ή τον εξορκισμό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξορκιστικός < εξορκιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορκιστικόςεξορκιστικήεξορκιστικό
Γενικήεξορκιστικούεξορκιστικήςεξορκιστικού
Αιτιατικήεξορκιστικόεξορκιστικήεξορκιστικό
Κλητικήεξορκιστικέεξορκιστικήεξορκιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορκιστικοίεξορκιστικέςεξορκιστικά
Γενικήεξορκιστικώνεξορκιστικώνεξορκιστικών
Αιτιατικήεξορκιστικούςεξορκιστικέςεξορκιστικά
Κλητικήεξορκιστικοίεξορκιστικέςεξορκιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →