εξορκίζω
•
- δεσμεύω κάποιον με όρκο Βικιλεξικό
- θρησκείαδιώχνω με ειδική τελετή το πονηρό πνεύμα που έχει καταλάβει έναν άνθρωπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιώχνω κάτι που θεωρώ αρνητικό για τον τόπο μου, την οικογένειά μου κ.λπ. Βικιλεξικό
- Η φοροδιαφυγή, η βία, ο ρατσισμός πρέπει να εξορκιστεί
Ετυμολογία
εξορκίζω < αρχαία ελληνική ἐξορκίζω < ὁρκίζω < ὅρκος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξορκίζω | εξορκίζεις | εξορκίζει | εξορκίζουμε | εξορκίζετε | εξορκίζουν / εξορκίζουνε |
| Παρατατικός | εξόρκιζα | εξόρκιζες | εξόρκιζε | εξορκίζαμε | εξορκίζατε | εξορκίζαν / εξορκίζανε / εξόρκιζαν |
| Αόριστος | εξόρκισα | εξόρκισες | εξόρκισε | εξορκίσαμε | εξορκίσατε | εξορκίσαν / εξορκίσανε / εξόρκισαν |
| Μέλλοντας | θα εξορκίζω / θα εξορκίσω | θα εξορκίζεις / θα εξορκίσεις | θα εξορκίζει / θα εξορκίσει | θα εξορκίζουμε / θα εξορκίσουμε | θα εξορκίζετε / θα εξορκίσετε | θα εξορκίζουν / θα εξορκίζουνε / θα εξορκίσουν / θα εξορκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξορκίσει | έχεις εξορκίσει | έχει εξορκίσει | έχουμε εξορκίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξορκίσει | είχες εξορκίσει | είχε εξορκίσει | είχαμε εξορκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξορκίσει / να εξορκίζω / να εξορκίσω | να έχεις εξορκίσει / να εξορκίζεις / να εξορκίσεις | να έχει εξορκίσει / να εξορκίζει / να εξορκίσει | να έχουμε εξορκίσει / να εξορκίζουμε / να εξορκίσουμε | να εξορκίζετε / να εξορκίσετε | να εξορκίζουν / να εξορκίζουνε / να εξορκίσουν / να εξορκίσουνε |
| Προστακτική | — | εξόρκιζε / εξόρκισε | — | — | εξορκίζετε / εξορκίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξορκίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →