Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξορύσσω

/e.ksoˈɾi.so/ρήμα
•
  1. βγάζω ορυκτά από το υπέδαφος σκάβοντας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηβγάζω, αφαιρώ, εξάγω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξορύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξορύσσω < ἐξ- + ὀρύσσω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Παρατατικόςεξορυσσόμουναεξορυσσόσουναεξορυσσότανε—εξορυσσόσαστεεξορυσσόντουσαν
Αόριστος—————εξορυχτήκαν / εξορυχτήκανε
Μέλλονταςθα εξορυχτώθα εξορυχτείςθα εξορυχτείθα εξορυχτούμεθα εξορυχτείτεθα εξορυχτούν / θα εξορυχτούνε
Παρακείμενοςέχω εξορυχτείέχεις εξορυχτείέχει εξορυχτείέχουμε εξορυχτεί——
Υπερσυντέλικοςείχα εξορυχτείείχες εξορυχτείείχε εξορυχτεί———
Υποτακτικήνα έχω εξορυχτεί / να εξορυχτώνα έχεις εξορυχτεί / να εξορυχτείςνα έχει εξορυχτεί / να εξορυχτείνα έχουμε εξορυχτεί / να εξορυχτούμενα εξορυχτείτενα εξορυχτούν / να εξορυχτούνε
Προστακτική—εξορύξου——εξορυχτείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξορύσσομαιεξορύσσεσαιεξορύσσεταιεξορυσσόμαστεεξορύσσεστεεξορύσσονται
Παρατατικόςεξορυσσόμουνεξορυσσόσουνεξορυσσότανεξορυσσόμασταν / εξορυσσόμαστεεξορυσσόσαστανεξορύσσονταν
Αόριστοςεξορύχτηκαεξορύχτηκεςεξορύχτηκεεξορυχτήκαμεεξορυχτήκατεεξορύχτηκαν
Μέλλονταςθα εξορύσσομαιθα εξορύσσεσαιθα εξορύσσεταιθα εξορυσσόμαστεθα εξορύσσεστεθα εξορύσσονται
Υποτακτικήνα εξορύσσομαινα εξορύσσεσαινα εξορύσσεταινα εξορυσσόμαστενα εξορύσσεστενα εξορύσσονται
Προστακτική————εξορύσσεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →