Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοφλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εξόφληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξοφλητικός < εξοφλώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοφλητικόςεξοφλητικήεξοφλητικό
Γενικήεξοφλητικούεξοφλητικήςεξοφλητικού
Αιτιατικήεξοφλητικόεξοφλητικήεξοφλητικό
Κλητικήεξοφλητικέεξοφλητικήεξοφλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοφλητικοίεξοφλητικέςεξοφλητικά
Γενικήεξοφλητικώνεξοφλητικώνεξοφλητικών
Αιτιατικήεξοφλητικούςεξοφλητικέςεξοφλητικά
Κλητικήεξοφλητικοίεξοφλητικέςεξοφλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →