εξοφλητικός
•
- που έχει σχέση με εξόφληση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοφλητικός < εξοφλώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξοφλητικός | εξοφλητική | εξοφλητικό |
| Γενική | εξοφλητικού | εξοφλητικής | εξοφλητικού |
| Αιτιατική | εξοφλητικό | εξοφλητική | εξοφλητικό |
| Κλητική | εξοφλητικέ | εξοφλητική | εξοφλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξοφλητικοί | εξοφλητικές | εξοφλητικά |
| Γενική | εξοφλητικών | εξοφλητικών | εξοφλητικών |
| Αιτιατική | εξοφλητικούς | εξοφλητικές | εξοφλητικά |
| Κλητική | εξοφλητικοί | εξοφλητικές | εξοφλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →