εξοφλώ
•
- μεταβατικόξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη Βικιλεξικό
- μεταβατικόπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα οφειλόμενο ποσό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοφλώ: Κατά τον Μπαμπινιώτη και τον Χαραλαμπάκη < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἐξοφλῶ < ἐξ- + αρχαία ελληνική ὀφλέω, ὀφλῶ, ὀφλισκάνω. Κατά τον Πετρούνια < λόγιο, λόγιο διαχρονικό δάνειο από την καθαρεύουσα ἐξοφλῶ < εξ- + αρχαία ελληνική ὀφλῶ (χρωστώ), μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική ξοφλώ. :* Από το αοριστικό θέμα σχηματίστηκε και ο τύπος εξοφλίζω (παραβάλετε αγαπίζω από το αγαπώ).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοφλώ | εξοφλείς | εξοφλεί | εξοφλούμε | εξοφλείτε | εξοφλούν / εξοφλούνε |
| Παρατατικός | εξοφλούσα | εξοφλούσες | εξοφλούσε | εξοφλούσαμε | εξοφλούσατε | εξοφλούσαν / εξοφλούσανε |
| Αόριστος | εξόφλησα | εξόφλησες | εξόφλησε | εξοφλήσαμε | εξοφλήσατε | εξοφλήσαν / εξοφλήσανε / εξόφλησαν |
| Μέλλοντας | θα εξοφλήσω / θα εξοφλώ | θα εξοφλήσεις / θα εξοφλείς | θα εξοφλήσει / θα εξοφλεί | θα εξοφλήσουμε / θα εξοφλούμε | θα εξοφλήσετε / θα εξοφλείτε | θα εξοφλήσουν / θα εξοφλήσουνε / θα εξοφλούν / θα εξοφλούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοφλήσει | έχεις εξοφλήσει | έχει εξοφλήσει | έχουμε εξοφλήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοφλήσει | είχες εξοφλήσει | είχε εξοφλήσει | είχαμε εξοφλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοφλήσει / να εξοφλήσω / να εξοφλώ | να έχεις εξοφλήσει / να εξοφλήσεις / να εξοφλείς | να έχει εξοφλήσει / να εξοφλήσει / να εξοφλεί | να έχουμε εξοφλήσει / να εξοφλήσουμε / να εξοφλούμε | να εξοφλήσετε / να εξοφλείτε | να εξοφλήσουν / να εξοφλήσουνε / να εξοφλούν / να εξοφλούνε |
| Προστακτική | — | εξόφλησε | — | — | εξοφλήστε / εξοφλείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξοφλήθηκεεξοφλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →