Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοφλώ

/e.ksoˈflo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόξεπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα χρέος, χρηματικό ή μη Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόπληρώνω εξ ολοκλήρου ένα οφειλόμενο ποσό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξοφλώ: Κατά τον Μπαμπινιώτη και τον Χαραλαμπάκη < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἐξοφλῶ < ἐξ- + αρχαία ελληνική ὀφλέω, ὀφλῶ, ὀφλισκάνω. Κατά τον Πετρούνια < λόγιο, λόγιο διαχρονικό δάνειο από την καθαρεύουσα ἐξοφλῶ < εξ- + αρχαία ελληνική ὀφλῶ (χρωστώ), μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική ξοφλώ. :* Από το αοριστικό θέμα σχηματίστηκε και ο τύπος εξοφλίζω (παραβάλετε αγαπίζω από το αγαπώ).

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξοφλώεξοφλείςεξοφλείεξοφλούμεεξοφλείτεεξοφλούν / εξοφλούνε
Παρατατικόςεξοφλούσαεξοφλούσεςεξοφλούσεεξοφλούσαμεεξοφλούσατεεξοφλούσαν / εξοφλούσανε
Αόριστοςεξόφλησαεξόφλησεςεξόφλησεεξοφλήσαμεεξοφλήσατεεξοφλήσαν / εξοφλήσανε / εξόφλησαν
Μέλλονταςθα εξοφλήσω / θα εξοφλώθα εξοφλήσεις / θα εξοφλείςθα εξοφλήσει / θα εξοφλείθα εξοφλήσουμε / θα εξοφλούμεθα εξοφλήσετε / θα εξοφλείτεθα εξοφλήσουν / θα εξοφλήσουνε / θα εξοφλούν / θα εξοφλούνε
Παρακείμενοςέχω εξοφλήσειέχεις εξοφλήσειέχει εξοφλήσειέχουμε εξοφλήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξοφλήσειείχες εξοφλήσειείχε εξοφλήσειείχαμε εξοφλήσει——
Υποτακτικήνα έχω εξοφλήσει / να εξοφλήσω / να εξοφλώνα έχεις εξοφλήσει / να εξοφλήσεις / να εξοφλείςνα έχει εξοφλήσει / να εξοφλήσει / να εξοφλείνα έχουμε εξοφλήσει / να εξοφλήσουμε / να εξοφλούμενα εξοφλήσετε / να εξοφλείτενα εξοφλήσουν / να εξοφλήσουνε / να εξοφλούν / να εξοφλούνε
Προστακτική—εξόφλησε——εξοφλήστε / εξοφλείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξοφλήθηκεεξοφλούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →