Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοχότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τιμητική προσφώνηση που αποδίδεται σε πρόσωπα υψηλού πολιτειακού ή διπλωματικού κύρους, ιδίως σε ανώτατους αξιωματούχους, για να δηλωθεί ιδιαίτερος σεβασμός προς τη θέση τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξοχότατος < ελληνιστική κοινή ἐξοχώτατος < αρχαία ελληνική ἔξοχος (σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική eminentissimus ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éminentissime)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοχότατοςεξοχότατηεξοχότατο
Γενικήεξοχότατουεξοχότατηςεξοχότατου
Αιτιατικήεξοχότατοεξοχότατηεξοχότατο
Κλητικήεξοχότατεεξοχότατηεξοχότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξοχότατοιεξοχότατεςεξοχότατα
Γενικήεξοχότατωνεξοχότατωνεξοχότατων
Αιτιατικήεξοχότατουςεξοχότατεςεξοχότατα
Κλητικήεξοχότατοιεξοχότατεςεξοχότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →