Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έξοχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πάρα πολύ καλός Βικιλεξικό
    • Ο καιρός ήταν έξοχος.
    • Εκτός από ποιητής ήταν και ένας έξοχος θεατρικός συγγραφέας.
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

έξοχος < αρχαία ελληνική ἔξοχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέξοχοςέξοχηέξοχο
Γενικήέξοχουέξοχηςέξοχου
Αιτιατικήέξοχοέξοχηέξοχο
Κλητικήέξοχεέξοχηέξοχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέξοχοιέξοχεςέξοχα
Γενικήέξοχωνέξοχωνέξοχων
Αιτιατικήέξοχουςέξοχεςέξοχα
Κλητικήέξοχοιέξοχεςέξοχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →