εξυβρίζω
•
- βρίζω κάποιον ή / και τον προσβάλλω, θίγοντάς του τιμή και υπόληψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυβρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξυβρίζω (μεταχειρίζομαι με θρασύτητα) αρχαία σημασία: αποθρασύνομαι < ἐξ + ὑβρίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + υβρίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξυβρίζω | εξυβρίζεις | εξυβρίζει | εξυβρίζουμε | εξυβρίζετε | εξυβρίζουν / εξυβρίζουνε |
| Παρατατικός | εξύβριζα | εξύβριζες | εξύβριζε | εξυβρίζαμε | εξυβρίζατε | εξυβρίζαν / εξυβρίζανε / εξύβριζαν |
| Αόριστος | εξύβρισα | εξύβρισες | εξύβρισε | εξυβρίσαμε | εξυβρίσατε | εξυβρίσαν / εξυβρίσανε / εξύβρισαν |
| Μέλλοντας | θα εξυβρίζω / θα εξυβρίσω | θα εξυβρίζεις / θα εξυβρίσεις | θα εξυβρίζει / θα εξυβρίσει | θα εξυβρίζουμε / θα εξυβρίσουμε | θα εξυβρίζετε / θα εξυβρίσετε | θα εξυβρίζουν / θα εξυβρίζουνε / θα εξυβρίσουν / θα εξυβρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξυβρίσει | έχεις εξυβρίσει | έχει εξυβρίσει | έχουμε εξυβρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξυβρίσει | είχες εξυβρίσει | είχε εξυβρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξυβρίσει / να εξυβρίζω / να εξυβρίσω | να έχεις εξυβρίσει / να εξυβρίζεις / να εξυβρίσεις | να έχει εξυβρίσει / να εξυβρίζει / να εξυβρίσει | να έχουμε εξυβρίσει / να εξυβρίζουμε / να εξυβρίσουμε | να εξυβρίζετε / να εξυβρίσετε | να εξυβρίζουν / να εξυβρίζουνε / να εξυβρίσουν / να εξυβρίσουνε |
| Προστακτική | — | εξύβριζε / εξύβρισε | — | — | εξυβρίζετε / εξυβρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξυβρίστηκαεξυβρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →