Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυβριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εξύβριση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυβριστικός < εξυβρίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυβριστικόςεξυβριστικήεξυβριστικό
Γενικήεξυβριστικούεξυβριστικήςεξυβριστικού
Αιτιατικήεξυβριστικόεξυβριστικήεξυβριστικό
Κλητικήεξυβριστικέεξυβριστικήεξυβριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυβριστικοίεξυβριστικέςεξυβριστικά
Γενικήεξυβριστικώνεξυβριστικώνεξυβριστικών
Αιτιατικήεξυβριστικούςεξυβριστικέςεξυβριστικά
Κλητικήεξυβριστικοίεξυβριστικέςεξυβριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →