εξυβριστικός
•
- που έχει σχέση με εξύβριση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυβριστικός < εξυβρίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυβριστικός | εξυβριστική | εξυβριστικό |
| Γενική | εξυβριστικού | εξυβριστικής | εξυβριστικού |
| Αιτιατική | εξυβριστικό | εξυβριστική | εξυβριστικό |
| Κλητική | εξυβριστικέ | εξυβριστική | εξυβριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυβριστικοί | εξυβριστικές | εξυβριστικά |
| Γενική | εξυβριστικών | εξυβριστικών | εξυβριστικών |
| Αιτιατική | εξυβριστικούς | εξυβριστικές | εξυβριστικά |
| Κλητική | εξυβριστικοί | εξυβριστικές | εξυβριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →