Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυγιαίνω

ρήμα
•
  1. σπάνιοκάνω κάτι υγιές, του ξαναδίνω την υγειά του Βικιλεξικό
  2. συντελώ στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων (π.χ. διαφθοράς) που υπάρχουν σ’ έναν οργανισμό ή μια υπηρεσία, βοηθώ στην αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυγιαίνω < αρχαία ελληνική ἐξυγιαίνω < ὑγιαίνω < ὑγίεια ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική assainir)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξυγιαίνωεξυγιαίνειςεξυγιαίνειεξυγιαίνουμεεξυγιαίνετεεξυγιαίνουν / εξυγιαίνουνε
Παρατατικόςεξυγίαιναεξυγίαινεςεξυγίαινεεξυγιαίναμεεξυγιαίνατεεξυγίαιναν / εξυγιαίναν / εξυγιαίνανε
Αόριστοςεξυγίαναεξυγίανεςεξυγίανεεξυγιάναμεεξυγιάνατεεξυγίαναν / εξυγιάναν / εξυγιάνανε
Μέλλονταςθα εξυγιάνω / θα εξυγιαίνωθα εξυγιάνεις / θα εξυγιαίνειςθα εξυγιάνει / θα εξυγιαίνειθα εξυγιάνουμε / θα εξυγιαίνουμεθα εξυγιάνετε / θα εξυγιαίνετεθα εξυγιάνουν / θα εξυγιάνουνε / θα εξυγιαίνουν / θα εξυγιαίνουνε
Παρακείμενοςέχω εξυγιάνειέχεις εξυγιάνειέχει εξυγιάνειέχουμε εξυγιάνειέχετε εξυγιάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξυγιάνειείχες εξυγιάνειείχε εξυγιάνειείχαμε εξυγιάνειείχατε εξυγιάνει—
Υποτακτικήνα έχω εξυγιάνει / να εξυγιάνω / να εξυγιαίνωνα έχεις εξυγιάνει / να εξυγιάνεις / να εξυγιαίνειςνα έχει εξυγιάνει / να εξυγιάνει / να εξυγιαίνεινα έχουμε εξυγιάνει / να εξυγιάνουμε / να εξυγιαίνουμενα έχετε εξυγιάνει / να εξυγιάνετε / να εξυγιαίνετενα εξυγιάνουν / να εξυγιάνουνε / να εξυγιαίνουν / να εξυγιαίνουνε
Προστακτική—εξυγίαινε / εξυγίανε——εξυγιάνετε / εξυγιαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →