Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυγιαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξυγίανση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυγιαντικός < εξυγιαίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυγιαντικόςεξυγιαντικήεξυγιαντικό
Γενικήεξυγιαντικούεξυγιαντικήςεξυγιαντικού
Αιτιατικήεξυγιαντικόεξυγιαντικήεξυγιαντικό
Κλητικήεξυγιαντικέεξυγιαντικήεξυγιαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυγιαντικοίεξυγιαντικέςεξυγιαντικά
Γενικήεξυγιαντικώνεξυγιαντικώνεξυγιαντικών
Αιτιατικήεξυγιαντικούςεξυγιαντικέςεξυγιαντικά
Κλητικήεξυγιαντικοίεξυγιαντικέςεξυγιαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →