εξυγιαντικός
•
- που έχει σχέση με την εξυγίανση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυγιαντικός < εξυγιαίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυγιαντικός | εξυγιαντική | εξυγιαντικό |
| Γενική | εξυγιαντικού | εξυγιαντικής | εξυγιαντικού |
| Αιτιατική | εξυγιαντικό | εξυγιαντική | εξυγιαντικό |
| Κλητική | εξυγιαντικέ | εξυγιαντική | εξυγιαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυγιαντικοί | εξυγιαντικές | εξυγιαντικά |
| Γενική | εξυγιαντικών | εξυγιαντικών | εξυγιαντικών |
| Αιτιατική | εξυγιαντικούς | εξυγιαντικές | εξυγιαντικά |
| Κλητική | εξυγιαντικοί | εξυγιαντικές | εξυγιαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →