Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυμνητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξύμνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυμνητικός < εξυμνώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυμνητικόςεξυμνητικήεξυμνητικό
Γενικήεξυμνητικούεξυμνητικήςεξυμνητικού
Αιτιατικήεξυμνητικόεξυμνητικήεξυμνητικό
Κλητικήεξυμνητικέεξυμνητικήεξυμνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυμνητικοίεξυμνητικέςεξυμνητικά
Γενικήεξυμνητικώνεξυμνητικώνεξυμνητικών
Αιτιατικήεξυμνητικούςεξυμνητικέςεξυμνητικά
Κλητικήεξυμνητικοίεξυμνητικέςεξυμνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →