εξυμνητικός
•
- που έχει σχέση με την εξύμνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυμνητικός < εξυμνώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυμνητικός | εξυμνητική | εξυμνητικό |
| Γενική | εξυμνητικού | εξυμνητικής | εξυμνητικού |
| Αιτιατική | εξυμνητικό | εξυμνητική | εξυμνητικό |
| Κλητική | εξυμνητικέ | εξυμνητική | εξυμνητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυμνητικοί | εξυμνητικές | εξυμνητικά |
| Γενική | εξυμνητικών | εξυμνητικών | εξυμνητικών |
| Αιτιατική | εξυμνητικούς | εξυμνητικές | εξυμνητικά |
| Κλητική | εξυμνητικοί | εξυμνητικές | εξυμνητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →