Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυμνώ

ρήμα
•
  1. επαινώ με θέρμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυμνώ < (ελληνιστική κοινή) / ἐξυμνῶ < αρχαία ελληνική ὑμνέω / ὑμνῶ < ὕμνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sh₂em (τραγουδώ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξυμνώεξυμνείςεξυμνείεξυμνούμεεξυμνείτεεξυμνούν / εξυμνούνε
Παρατατικόςεξυμνούσαεξυμνούσεςεξυμνούσεεξυμνούσαμεεξυμνούσατεεξυμνούσαν / εξυμνούσανε
Αόριστοςεξύμνησαεξύμνησεςεξύμνησεεξυμνήσαμεεξυμνήσατεεξυμνήσαν / εξυμνήσανε / εξύμνησαν
Μέλλονταςθα εξυμνήσω / θα εξυμνώθα εξυμνήσεις / θα εξυμνείςθα εξυμνήσει / θα εξυμνείθα εξυμνήσουμε / θα εξυμνούμεθα εξυμνήσετε / θα εξυμνείτεθα εξυμνήσουν / θα εξυμνήσουνε / θα εξυμνούν / θα εξυμνούνε
Παρακείμενοςέχω εξυμνήσειέχεις εξυμνήσειέχει εξυμνήσειέχουμε εξυμνήσειέχετε εξυμνήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξυμνήσειείχες εξυμνήσειείχε εξυμνήσειείχαμε εξυμνήσει——
Υποτακτικήνα έχω εξυμνήσει / να εξυμνήσω / να εξυμνώνα έχεις εξυμνήσει / να εξυμνήσεις / να εξυμνείςνα έχει εξυμνήσει / να εξυμνήσει / να εξυμνείνα έχουμε εξυμνήσει / να εξυμνήσουμε / να εξυμνούμενα έχετε εξυμνήσει / να εξυμνήσετε / να εξυμνείτενα εξυμνήσουν / να εξυμνήσουνε / να εξυμνούν / να εξυμνούνε
Προστακτική—εξύμνει / εξύμνησε——εξυμνήστε / εξυμνείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →