Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυψωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξύψωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξυψωτικός < εξυψώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυψωτικόςεξυψωτικήεξυψωτικό
Γενικήεξυψωτικούεξυψωτικήςεξυψωτικού
Αιτιατικήεξυψωτικόεξυψωτικήεξυψωτικό
Κλητικήεξυψωτικέεξυψωτικήεξυψωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυψωτικοίεξυψωτικέςεξυψωτικά
Γενικήεξυψωτικώνεξυψωτικώνεξυψωτικών
Αιτιατικήεξυψωτικούςεξυψωτικέςεξυψωτικά
Κλητικήεξυψωτικοίεξυψωτικέςεξυψωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →