εξυψωτικός
•
- που έχει σχέση με την εξύψωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυψωτικός < εξυψώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυψωτικός | εξυψωτική | εξυψωτικό |
| Γενική | εξυψωτικού | εξυψωτικής | εξυψωτικού |
| Αιτιατική | εξυψωτικό | εξυψωτική | εξυψωτικό |
| Κλητική | εξυψωτικέ | εξυψωτική | εξυψωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυψωτικοί | εξυψωτικές | εξυψωτικά |
| Γενική | εξυψωτικών | εξυψωτικών | εξυψωτικών |
| Αιτιατική | εξυψωτικούς | εξυψωτικές | εξυψωτικά |
| Κλητική | εξυψωτικοί | εξυψωτικές | εξυψωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →