εξυψώνω
•
- κυριολεκτικάανεβάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάανεβάζω, ενισχύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαινώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυψώνω < ελληνιστική κοινή ἐξυψόω / ἐξυψῶ < αρχαία ελληνική ἐξ + ὑψόω / ὑψῶ < ὕψος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξυψώνω | εξυψώνεις | εξυψώνει | εξυψώνουμε | εξυψώνετε | εξυψώνουν / εξυψώνουνε |
| Παρατατικός | εξύψωνα | εξύψωνες | εξύψωνε | εξυψώναμε | εξυψώνατε | εξυψώναν / εξυψώνανε / εξύψωναν |
| Αόριστος | εξύψωσα | εξύψωσες | εξύψωσε | εξυψώσαμε | εξυψώσατε | εξυψώσαν / εξυψώσανε / εξύψωσαν |
| Μέλλοντας | θα εξυψώνω / θα εξυψώσω | θα εξυψώνεις / θα εξυψώσεις | θα εξυψώνει / θα εξυψώσει | θα εξυψώνουμε / θα εξυψώσουμε | θα εξυψώνετε / θα εξυψώσετε | θα εξυψώνουν / θα εξυψώνουνε / θα εξυψώσουν / θα εξυψώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξυψώσει | έχεις εξυψώσει | έχει εξυψώσει | έχουμε εξυψώσει | έχετε εξυψώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξυψώσει | είχες εξυψώσει | είχε εξυψώσει | είχαμε εξυψώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξυψώσει / να εξυψώνω / να εξυψώσω | να έχεις εξυψώσει / να εξυψώνεις / να εξυψώσεις | να έχει εξυψώσει / να εξυψώνει / να εξυψώσει | να έχουμε εξυψώσει / να εξυψώνουμε / να εξυψώσουμε | να έχετε εξυψώσει / να εξυψώνετε / να εξυψώσετε | να εξυψώνουν / να εξυψώνουνε / να εξυψώσουν / να εξυψώσουνε |
| Προστακτική | — | εξύψωνε / εξύψωσε | — | — | εξυψώνετε / εξυψώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →