εξωθώ
•
- ωθώ με βία και προς τα έξω Βικιλεξικό
- Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμία με το ουροποιητικό σύστημα, Ινστιτούτο Μελέτης Ουρολογικών Παθήσεων (ΙΜΟΠ), ανακτήθηκε στις 15/11/2025 https://www.imop.gr/uroinfo-urinary-tract)
- μεταφορικάπιέζω κάποιον να κάνει κάτι που δεν θέλει ή κάτι που θα έχει άσχημα αποτελέσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωθώ < αρχαία ελληνική ἐξωθέω / ἐξωθῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pousser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξωθώ | εξωθείς | εξωθεί | εξωθούμε | εξωθείτε | εξωθούν / εξωθούνε |
| Παρατατικός | εξωθούσα | εξωθούσες | εξωθούσε | εξωθούσαμε | εξωθούσατε | εξωθούσαν / εξωθούσανε |
| Αόριστος | εξώθησα | εξώθησες | εξώθησε | εξωθήσαμε | εξωθήσατε | εξωθήσαν / εξωθήσανε / εξώθησαν |
| Μέλλοντας | θα εξωθήσω / θα εξωθώ | θα εξωθήσεις / θα εξωθείς | θα εξωθήσει / θα εξωθεί | θα εξωθήσουμε / θα εξωθούμε | θα εξωθήσετε / θα εξωθείτε | θα εξωθήσουν / θα εξωθήσουνε / θα εξωθούν / θα εξωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξωθήσει | έχεις εξωθήσει | έχει εξωθήσει | έχουμε εξωθήσει | έχετε εξωθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξωθήσει | είχες εξωθήσει | είχε εξωθήσει | είχαμε εξωθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξωθήσει / να εξωθήσω / να εξωθώ | να έχεις εξωθήσει / να εξωθήσεις / να εξωθείς | να έχει εξωθήσει / να εξωθήσει / να εξωθεί | να έχουμε εξωθήσει / να εξωθήσουμε / να εξωθούμε | να έχετε εξωθήσει / να εξωθήσετε / να εξωθείτε | να εξωθήσουν / να εξωθήσουνε / να εξωθούν / να εξωθούνε |
| Προστακτική | — | εξώθει / εξώθησε | — | — | εξωθήστε / εξωθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →