ωθώ
•
- σπρώχνω Βικιλεξικό
- Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα
- μεταφορικάσπρώχνω κάποιον, τον οδηγώ να κάνει μία ενέργεια Βικιλεξικό
- Η διδασκαλία του με ώθησε να επιλέξω τη φυσική σαν αντικείμενο των σπουδών μου.
- Με αυτά που γίνονται ωθούμαι στα άκρα
Ετυμολογία
ωθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὠθῶ, συνηρημένος τύπος του ὠθέω < ἔθω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης :* η μεταφορική σημασία: «οδηγώ κάποιον να» < σημασιολογικό δάνειο από τη νέα ελληνική σπρώχνω ή γαλλική pousser
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ωθώ | ωθείς | ωθεί | ωθούμε | ωθείτε | ωθούν / ωθούνε |
| Παρατατικός | ωθούσα | ωθούσες | ωθούσε | ωθούσαμε | ωθούσατε | ωθούσαν / ωθούσανε |
| Αόριστος | ώθησα | ώθησες | ώθησε | ωθήσαμε | ωθήσατε | ωθήσαν / ωθήσανε / ώθησαν |
| Μέλλοντας | θα ωθήσω / θα ωθώ | θα ωθήσεις / θα ωθείς | θα ωθήσει / θα ωθεί | θα ωθήσουμε / θα ωθούμε | θα ωθήσετε / θα ωθείτε | θα ωθήσουν / θα ωθήσουνε / θα ωθούν / θα ωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω ωθήσει | έχεις ωθήσει | έχει ωθήσει | έχουμε ωθήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ωθήσει | είχες ωθήσει | είχε ωθήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ωθήσει / να ωθήσω / να ωθώ | να έχεις ωθήσει / να ωθήσεις / να ωθείς | να έχει ωθήσει / να ωθήσει / να ωθεί | να έχουμε ωθήσει / να ωθήσουμε / να ωθούμε | να ωθήσετε / να ωθείτε | να ωθήσουν / να ωθήσουνε / να ωθούν / να ωθούνε |
| Προστακτική | — | ώθησε | — | — | {ωθήσατε} / ωθήστε / ωθείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ωθήθηκαωθούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →