Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωκοινοβουλευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ανήκει στο κοινοβουλευτικό σύστημα, που κινείται έξω απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωκοινοβουλευτικός < εξω- + κοινοβουλευτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική extraparlementaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωκοινοβουλευτικόςεξωκοινοβουλευτικήεξωκοινοβουλευτικό
Γενικήεξωκοινοβουλευτικούεξωκοινοβουλευτικήςεξωκοινοβουλευτικού
Αιτιατικήεξωκοινοβουλευτικόεξωκοινοβουλευτικήεξωκοινοβουλευτικό
Κλητικήεξωκοινοβουλευτικέεξωκοινοβουλευτικήεξωκοινοβουλευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωκοινοβουλευτικοίεξωκοινοβουλευτικέςεξωκοινοβουλευτικά
Γενικήεξωκοινοβουλευτικώνεξωκοινοβουλευτικώνεξωκοινοβουλευτικών
Αιτιατικήεξωκοινοβουλευτικούςεξωκοινοβουλευτικέςεξωκοινοβουλευτικά
Κλητικήεξωκοινοβουλευτικοίεξωκοινοβουλευτικέςεξωκοινοβουλευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →