Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινοβουλευτικός

/ci.no.vu.lef.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτική: που αναφέρεται στο κοινοβούλιο Βικιλεξικό
    • κοινοβουλευτική αντιπολίτευση
    • κοινοβουλευτική δράση
  2. που αναφέρεται στον κοινοβουλευτισμό Βικιλεξικό
    • Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία

Ετυμολογία

κοινοβουλευτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινοβουλευτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινοβουλευτικόςκοινοβουλευτικήκοινοβουλευτικό
Γενικήκοινοβουλευτικούκοινοβουλευτικήςκοινοβουλευτικού
Αιτιατικήκοινοβουλευτικόκοινοβουλευτικήκοινοβουλευτικό
Κλητικήκοινοβουλευτικέκοινοβουλευτικήκοινοβουλευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινοβουλευτικοίκοινοβουλευτικέςκοινοβουλευτικά
Γενικήκοινοβουλευτικώνκοινοβουλευτικώνκοινοβουλευτικών
Αιτιατικήκοινοβουλευτικούςκοινοβουλευτικέςκοινοβουλευτικά
Κλητικήκοινοβουλευτικοίκοινοβουλευτικέςκοινοβουλευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →