εξωσκελετός
•
- ζωολογίασκληρό εξωτερικό περίβλημα που στηρίζει και προστατεύει το σώμα ορισμένων ζώων, λειτουργώντας ως σκελετός από την εξωτερική πλευρά Βικιλεξικό
- τεχνολογίαφορετή μηχανική κατασκευή που εφαρμόζεται στο ανθρώπινο σώμα για να ενισχύει, να υποβοηθά ή να αποκαθιστά την κίνηση και τη σωματική δύναμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωσκελετός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική exoskeleton < αρχαία ελληνική ἔξω + σκελετός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωσκελετός | εξωσκελετοί |
| Γενική | εξωσκελετού | εξωσκελετών |
| Αιτιατική | εξωσκελετό | εξωσκελετούς |
| Κλητική | εξωσκελετέ | εξωσκελετοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →