Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωφρενικός

/e.kso.fɾe.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μας ενοχλεί ή που είναι εξοργιστικά ασυνήθιστος Βικιλεξικό
  2. που είναι ιδιαίτερα παράδοξος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωφρενικός < αρχαία ελληνική φράση «ἔξω φρεν(ῶν)» + -ικός → δείτε τις λέξεις ἔξω και φρήν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωφρενικόςεξωφρενικήεξωφρενικό
Γενικήεξωφρενικούεξωφρενικήςεξωφρενικού
Αιτιατικήεξωφρενικόεξωφρενικήεξωφρενικό
Κλητικήεξωφρενικέεξωφρενικήεξωφρενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωφρενικοίεξωφρενικέςεξωφρενικά
Γενικήεξωφρενικώνεξωφρενικώνεξωφρενικών
Αιτιατικήεξωφρενικούςεξωφρενικέςεξωφρενικά
Κλητικήεξωφρενικοίεξωφρενικέςεξωφρενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →