Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επάλειψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια με την οποία επαλείφω μια επιφάνεια με κάτι Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια με την οποία επαλείφω ένα μέρος του σώματος με κάτι (αλοιφή, διάλυμα, λοσιόν κλπ), για καλλωπιστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επάλειψη < ελληνιστική κοινή ἐπάλειψις < αρχαία ελληνική ἐπαλείφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπάλειψηεπαλείψεις
Γενικήεπάλειψηςεπαλείψεων
Αιτιατικήεπάλειψηεπαλείψεις
Κλητικήεπάλειψηεπαλείψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →