Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επάργυρος

/eˈpaɾ.ʝi.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει επαργυρωθεί, που έχει καλυφτεί με λεπτό στρώμα ασημιού Βικιλεξικό
    • Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3) (Κυπριακή Δημοκρατία, Ο περί στρατού της Δημοκρατίας νόμος, Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27, Περί Διαμνημονεύσεων του Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2008 http://www.cylaw.org/KDP/data/2008_1_224.pdf)

Ετυμολογία

επάργυρος < αρχαία ελληνική ἐπάργυρος < ἐπί + ἄργυρος. Συγρχονικά αναλύεται σε επ- + άργυρος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάργυροςεπάργυρηεπάργυρο
Γενικήεπάργυρουεπάργυρηςεπάργυρου
Αιτιατικήεπάργυροεπάργυρηεπάργυρο
Κλητικήεπάργυρεεπάργυρηεπάργυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπάργυροιεπάργυρεςεπάργυρα
Γενικήεπάργυρωνεπάργυρωνεπάργυρων
Αιτιατικήεπάργυρουςεπάργυρεςεπάργυρα
Κλητικήεπάργυροιεπάργυρεςεπάργυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →