επάρτης
•
- ναυτικός όροςσυσκευή ή μηχανισμός για την ανύψωση βαρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επάρτης < αρχαία ελληνική ἐπαίρω + -της < ἐπί + αἴρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επάρτης | επάρτες |
| Γενική | επάρτη | επαρτών |
| Αιτιατική | επάρτη | επάρτες |
| Κλητική | επάρτη | επάρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →