Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επήκοος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου επακούει, που ακούει ευμενώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επήκοος < αρχαία ελληνική ἐπήκοος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπήκοοςεπήκοηεπήκοο
Γενικήεπήκοουεπήκοηςεπήκοου
Αιτιατικήεπήκοοεπήκοηεπήκοο
Κλητικήεπήκοεεπήκοηεπήκοο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπήκοοιεπήκοεςεπήκοα
Γενικήεπήκοωνεπήκοωνεπήκοων
Αιτιατικήεπήκοουςεπήκοεςεπήκοα
Κλητικήεπήκοοιεπήκοεςεπήκοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →