επίγραμμα
•
- επιγραφή που περιέχει μια έμμετρη σύνθεση και τοποθετείται σε ένα μνημείο ή σε ένα έργο τέχνης Βικιλεξικό
- στον τάφο των τριακοσίων Σπαρτιατών στις Θερμοπύλες χαράχτηκε το επίγραμμα: "Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι"
- ποίημα λίγων στίχων που διακρίνεται από την απλότητα, τη συντομία και τη στοχαστική διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίγραμμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίγραμμα και λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική épigramme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίγραμμα | επιγράμματα |
| Γενική | επιγράμματος | επιγραμμάτων |
| Αιτιατική | επίγραμμα | επιγράμματα |
| Κλητική | επίγραμμα | επιγράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →