επίδεσμος
•
- ιατρικήταινία από ύφασμα, διαφόρων μορφών, για την επίδεση τραυμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίδεσμος < αρχαία ελληνική ἐπίδεσμος < ἐπιδέω. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + δεσμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίδεσμος | επίδεσμοι |
| Γενική | επίδεσμου / επιδέσμου | επιδέσμων |
| Αιτιατική | επίδεσμο | επιδέσμους |
| Κλητική | επίδεσμε | επίδεσμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →