επίδομα
•
- η αμοιβή που παίρνει επιπρόσθετα κάποιος εργαζόμενος για κάποιο λόγο Βικιλεξικό
- το επίδομα πολυτέκνου, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας
- Στόχος του Σχεδίου Δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της έλλειψης στέγης αποτελεί η προσπάθεια μετατροπής της έννοιας της αστεγίας και της υποστηρικτικής διαδικασίας, σε μια ενέργεια η οποία δεν μετατρέπει τους αστέγους σε παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδομάτων, δεν τους ιδρυματοποιεί σε κλειστές δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας, αλλά τους καθιστά ενεργούς πολίτες, στον άξονα μιας συνολικής προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. (Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης, εφημ. Ο Χρόνος Κοζάνης, 22/9/2023 https://xronos-kozanis.gr/schedio-drasis-gia-tin-prolipsi-kai-antimetopisi-tis-elleipsis-stegis/)
- το γενικότερο (οικονομικό ή άλλο) βοήθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίδομα < (ελληνιστική κοινή) < ἐπί + δόμα < δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίδομα | επιδόματα |
| Γενική | επιδόματος | επιδομάτων |
| Αιτιατική | επίδομα | επιδόματα |
| Κλητική | επίδομα | επιδόματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →