Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιδοματούχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που λαμβάνει κάποιο επίδομα Βικιλεξικό
    • Δεκάδες άτομα που λάμβαναν παράνομα επίδομα τυφλότητας εντόπισαν στα Δωδεκάνησα οι επανέλεγχοι που διενεργήθηκαν από τις Υγειονομικές Επιτροπές. Οι έλεγχοι έγιναν στην Κάλυμνο για επιδοματούχους των περιοχών Καλύμνου, Λέρου, Αστυπάλαιας, Πάτμου και Λειψών, και στη Ρόδο. (*)

Ετυμολογία

επιδοματούχος < επιδόματ(ος) + -ούχος (< αρχαία ελληνική ἔχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιδοματούχοςεπιδοματούχοι
Γενικήεπιδοματούχουεπιδοματούχων
Αιτιατικήεπιδοματούχοεπιδοματούχους
Κλητικήεπιδοματούχεεπιδοματούχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →