επίθημα
•
- γλωσσολογίαπαράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης Βικιλεξικό
- είδη επιθημάτων:
- αρχιτεκτονικήαρχιτεκτονικό στοιχείο σε σχήμα πυραμίδας το οποίο τοποθετούνταν στο πάνω μέρος ενός κιονόκρανου Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυμβολοσειρά που αποτελείται από έναν ή περισσότερους συνεχόμενους χαρακτήρες από το τέλος (δεξιό τμήμα) μιάς συμβολοσειράς (string) Βικιλεξικό
- Στην συμβολοσειρά: "Hello", οι συμβολοσειρές: "o", "lo", "llo" και "ello", είναι επιθήματα
Ετυμολογία
επίθημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίθημα < ἐπί + θῆμα (<τίθημι) :* στη γλωσσολογία < (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική suffixum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίθημα | επιθήματα |
| Γενική | επιθήματος | επιθημάτων |
| Αιτιατική | επίθημα | επιθήματα |
| Κλητική | επίθημα | επιθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →