πρόθημα
•
- γλωσσολογίαπαράθημα (ή πρόσφυμα) το οποίο προστίθεται πριν από τη ρίζα μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξης Βικιλεξικό
- επικοινωνιακός
- συγχέεται λανθασμένα με : πρόθεμα
- πληροφορικήσυμβολοσειρά που αποτελείται από έναν ή περισσότερους συνεχόμενους χαρακτήρες από την αρχή (αριστερό τμήμα) μιάς συμβολοσειράς (string) Βικιλεξικό
- Στη συμβολοσειρά: "Hello", οι συμβολοσειρές: "H", "He", "Hel" και "Hell", είναι προθήματα
Ετυμολογία
πρόθημα < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική praefixum. Σχηματισμός κατά το «επίθημα», πρό- + -θημα (< → δείτε τη λέξη τίθημι )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρόθημα | προθήματα |
| Γενική | προθήματος | προθημάτων |
| Αιτιατική | πρόθημα | προθήματα |
| Κλητική | πρόθημα | προθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →