επίκειται
•
- λόγιοπου αναμένεται να συμβεί πολύ σύντομα, που πρόκειται να συμβεί Βικιλεξικό
- επίκειται πολιτική θύελλα μετά τις τελευταίες δηλώσεις του πρωθυπουργού
Ετυμολογία
επίκειται < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίκειμαι στο τρίτο πρόσωπο ενικού < ἐπί + κεῖμαι (επί- + κείμαι)
Άλλοι τύποι
επίκεινταιεπικείμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →