επίμοχθος
•
- λόγιοεπίπονος, κοπιαστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίμοχθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίμοχθος. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + μόχθ(ος) + -ος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίμοχθος | επίμοχθη | επίμοχθο |
| Γενική | επίμοχθου | επίμοχθης | επίμοχθου |
| Αιτιατική | επίμοχθο | επίμοχθη | επίμοχθο |
| Κλητική | επίμοχθε | επίμοχθη | επίμοχθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίμοχθοι | επίμοχθες | επίμοχθα |
| Γενική | επίμοχθων | επίμοχθων | επίμοχθων |
| Αιτιατική | επίμοχθους | επίμοχθες | επίμοχθα |
| Κλητική | επίμοχθοι | επίμοχθες | επίμοχθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →