Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίπαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπασπαλισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίπαστος < αρχαία ελληνική ἐπίπαστος < ἐπιπάσσω < ἐπί + πάσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίπαστοςεπίπαστηεπίπαστο
Γενικήεπίπαστουεπίπαστηςεπίπαστου
Αιτιατικήεπίπαστοεπίπαστηεπίπαστο
Κλητικήεπίπαστεεπίπαστηεπίπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίπαστοιεπίπαστεςεπίπαστα
Γενικήεπίπαστωνεπίπαστωνεπίπαστων
Αιτιατικήεπίπαστουςεπίπαστεςεπίπαστα
Κλητικήεπίπαστοιεπίπαστεςεπίπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →