επιπάσσω
•
- λόγιοπασπαλίζω Βικιλεξικό
- ιατρικήκαλύπτω ένα τραύμα ή κάποια προβληματική περιοχή του δέρματος με ειδική φαρμακευτική σκόνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπάσσω < αρχαία ελληνική ἐπιπάσσω < ἐπί + πάσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →