επίπληξη
•
- η αυστηρή παρατήρηση, η οποία γίνεται, προφορικώς ή γραπτώς, σε κάποιον που διέπραξε σφάλμα, με σκοπό τη βελτίωση ή την τιμωρία του Βικιλεξικό
- Αφού δε συμμορφώνεται με τις επιπλήξεις, τιμώρησέ τον.
- η επίπληξη ως ποινή, συνήθως κατώτερη, που επιβάλλεται σε κάποιον είτε στα πλαίσια ορισμένης ιεραρχίας είτε από δικαστήριο. Βικιλεξικό
- Ο μαθητής τιμωρήθηκε αυτή τη φορά με απλή επίπληξη, την επόμενη όμως φορά θα αποβληθεί.
Ετυμολογία
επίπληξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπληξις → δείτε τη λέξη πλήττω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίπληξη | επιπλήξεις |
| Γενική | επίπληξης | επιπλήξεων |
| Αιτιατική | επίπληξη | επιπλήξεις |
| Κλητική | επίπληξη | επιπλήξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →