Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιπλήττω

/e.piˈpli.to/ρήμα
•
  1. μαλώνω κάποιον, του κάνω παρατήρηση με αυστηρότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιπλήττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιπλήττω (αττικός τύπος ) / ἐπιπλήσσω < ἐπί + πλήττω (αττικός τύπος ) / πλήσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleh₂k-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιπλήττωεπιπλήττειςεπιπλήττειεπιπλήττουμεεπιπλήττετεεπιπλήττουν / επιπλήττουνε
Παρατατικόςεπέπλητταεπέπληττεςεπέπληττεεπιπλήτταμεεπιπλήττατεεπέπλητταν / επιπλήτταν / επιπλήττανε
Αόριστοςεπέπληξαεπέπληξεςεπέπληξεεπιπλήξαμεεπιπλήξατεεπέπληξαν / επιπλήξαν / επιπλήξανε
Μέλλονταςθα επιπλήξω / θα επιπλήττωθα επιπλήξεις / θα επιπλήττειςθα επιπλήξει / θα επιπλήττειθα επιπλήξουμε / θα επιπλήττουμεθα επιπλήξετε / θα επιπλήττετεθα επιπλήξουν / θα επιπλήξουνε / θα επιπλήττουν / θα επιπλήττουνε
Παρακείμενοςέχω επιπλήξειέχεις επιπλήξειέχει επιπλήξει———
Υπερσυντέλικοςείχα επιπλήξειείχες επιπλήξει————
Υποτακτικήνα έχω επιπλήξει / να επιπλήξω / να επιπλήττωνα έχεις επιπλήξει / να επιπλήξεις / να επιπλήττειςνα έχει επιπλήξει / να επιπλήξει / να επιπλήττεινα επιπλήξουμε / να επιπλήττουμενα επιπλήξετε / να επιπλήττετενα επιπλήξουν / να επιπλήξουνε / να επιπλήττουν / να επιπλήττουνε
Προστακτική—επίπληξε / επίπληττε——επιπλήξτε / επιπλήττετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

επιπλήχθηκαεπιπλήττομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →