Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίσταθμος

/eˈpi.sta.θmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επιμελητής μιας επισταθμίας Βικιλεξικό
  2. βοηθητικός χώρος που βρίσκεται κοντά σε σιδηροδρομικό σταθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίσταθμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίσταθμος < επί- + σταθμ(ός) + -ος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίσταθμοςεπίσταθμοι
Γενικήεπιστάθμουεπιστάθμων
Αιτιατικήεπίσταθμοεπιστάθμους
Κλητικήεπίσταθμεεπίσταθμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

επίσταθμος

/eˈpi.sta.θmos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σταθμευμένος σε έναν τόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίσταθμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίσταθμος < επί- + σταθμ(ός) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίσταθμοςεπίσταθμηεπίσταθμο
Γενικήεπίσταθμουεπίσταθμηςεπίσταθμου
Αιτιατικήεπίσταθμοεπίσταθμηεπίσταθμο
Κλητικήεπίσταθμεεπίσταθμηεπίσταθμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίσταθμοιεπίσταθμεςεπίσταθμα
Γενικήεπίσταθμωνεπίσταθμωνεπίσταθμων
Αιτιατικήεπίσταθμουςεπίσταθμεςεπίσταθμα
Κλητικήεπίσταθμοιεπίσταθμεςεπίσταθμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →