επίσταθμος
•
- επιμελητής μιας επισταθμίας Βικιλεξικό
- βοηθητικός χώρος που βρίσκεται κοντά σε σιδηροδρομικό σταθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίσταθμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίσταθμος < επί- + σταθμ(ός) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσταθμος | επίσταθμοι |
| Γενική | επιστάθμου | επιστάθμων |
| Αιτιατική | επίσταθμο | επιστάθμους |
| Κλητική | επίσταθμε | επίσταθμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →