επισταθμία
•
- στρατιωτικός όροςη στάθμευση μιας μονάδας του στρατού σε στεγασμένο χώρο κατά τη διάρκεια της νύχτας και ο χώρος όπου αυτή γίνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισταθμία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπισταθμία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισταθμία | επισταθμίες |
| Γενική | επισταθμίας | επισταθμιών |
| Αιτιατική | επισταθμία | επισταθμίες |
| Κλητική | επισταθμία | επισταθμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →