επίστρατος
•
- έφεδρος που τον έχουν επιστρατεύσει ή θα μπορούσαν να τον επιστρατεύσουν, όταν γίνεται επιστράτευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίστρατος < επιστρατ(εύω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Μορφολογικά, επί- + -στρατος (στρατός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίστρατος | επίστρατοι |
| Γενική | επίστρατου / επιστράτου | επίστρατων / επιστράτων |
| Αιτιατική | επίστρατο | επίστρατους / επιστράτους |
| Κλητική | επίστρατε | επίστρατοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →