Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίταση

/eˈpi.ta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αύξηση έντασης, το δυνάμωμα Βικιλεξικό
    • όταν καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, αυτό αποτελεί δυνητικό παράγοντα επίτασης μιάς κρίσης χρέους
  2. η επιδείνωση Βικιλεξικό
  3. γραμματικήη ενίσχυση της έννοιας μιάς λέξης με άλλη λέξη ή μόριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτα(σις) + -ση Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + τάση → δείτε το αρχαίο τάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίτασηεπιτάσεις
Γενικήεπίτασηςεπιτάσεων
Αιτιατικήεπίτασηεπιτάσεις
Κλητικήεπίτασηεπιτάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →