επίταση
•
- η αύξηση έντασης, το δυνάμωμα Βικιλεξικό
- όταν καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε, αυτό αποτελεί δυνητικό παράγοντα επίτασης μιάς κρίσης χρέους
- η επιδείνωση Βικιλεξικό
- γραμματικήη ενίσχυση της έννοιας μιάς λέξης με άλλη λέξη ή μόριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτα(σις) + -ση Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + τάση → δείτε το αρχαίο τάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίταση | επιτάσεις |
| Γενική | επίτασης | επιτάσεων |
| Αιτιατική | επίταση | επιτάσεις |
| Κλητική | επίταση | επιτάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →